αυτοκράτορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτοκράτορας < από το αρχαίο αὐτοκράτωρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτοκράτορας αρσενικό, αυτοκράτειρα και αυτοκρατόρισσα θηλυκό

  1. τίτλος μοναρχών, π.χ. στην αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο, την Κίνα κ.λπ.· ο ηγέτης μιας αυτοκρατορίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]