αυτοκράτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοκράτορας αυτοκράτορες
γενική αυτοκράτορα αυτοκρατόρων
αιτιατική αυτοκράτορα αυτοκράτορες
κλητική αυτοκράτορα αυτοκράτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκράτορας < αρχαία ελληνική αὐτοκράτωρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκράτορας αρσενικό(θηλυκό αυτοκράτειρα και αυτοκρατόρισσα)

  1. τίτλος μοναρχών, π.χ. στην αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο, την Κίνα κ.λπ.· ο ηγέτης μιας αυτοκρατορίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]