Μετάβαση στο περιεχόμενο

μονάρχης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μονάρχης οι μονάρχες
      γενική του μονάρχη των μοναρχών
    αιτιατική τον μονάρχη τους μονάρχες
     κλητική μονάρχη μονάρχες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μονάρχης < μεσαιωνική ελληνική μονάρχης < αρχαία ελληνική μόναρχος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈnaɾ.çis/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μονάρχης αρσενικό (θηλυκό μονάρχισσα)

  1. (πολιτική) άρχοντας, βασιλιάς, ηγεμόνας
      Το σχήμα αυτό μετέτρεψε τον «ελέω Θεού» μονάρχη σε «αντικείμενο του ελέους» των ανώτατων κληρικών, αφού αυτοί είναι σε θέση να κηρύξουν τον μονάρχη επίορκο και απόβλητο από την Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή από την κοινωνία των χριστιανών αρχόντων, κατάσταση η οποία δικαιολογούσε την εχθροπραξία σε βάρος του. (Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Η έννοια της Κυβέρνησης, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλας, 2019, σελ. 29)
  2. (έντομο) είδος πεταλούδας

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Χρησιμοποιείται αντί του «βασιλιάς» για μια περισσότερο επιστημονική και σοβαρή χροιά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]