πεταλούδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεταλούδα πεταλούδες
γενική πεταλούδας πεταλούδων
αιτιατική πεταλούδα πεταλούδες
κλητική πεταλούδα πεταλούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεταλούδα < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν από το πετηλίς, ακρίδα
πεταλούδα < από το αρχαίο ρήμα, Πετάννυμι, από το ἀνά + πετάννυμι < "ἀναπεπταμένην"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ta.ˈlu.ða/
μια πεταλούδα(1)
3 πεταλούδες (3)
κολύμβηση σε στιλ πεταλούδας (4)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεταλούδα θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος εντόμου, με τέσσερα μεγάλα πολύχρωμα φτερά
  2. το παπιγιόν ή παπιόν
  3. είδος παξιμαδιού, με δύο "φτερά"
  4. στυλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κουνάνε κυκλικά από πίσω προς τα μπρος τα χέρια τους και με κυματισμούς τα πόδια τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]