motyl

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

motyl < πρωτοσλαβική motyl'ь

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɔ.tɨl/
motyl 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

motyl (pl) θηλυκό