φτερό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φτερό | τα | φτερά |
| γενική | του | φτερού | των | φτερών |
| αιτιατική | το | φτερό | τα | φτερά |
| κλητική | φτερό | φτερά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

1. γένειο
2. ράχη
3. μύστακας
4. θύσανος πτίλων (afterfeather/hyporachis)
5. κάλαμος
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φτερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτερό(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερόν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φτερό ουδέτερο
- (ορνιθολογία) το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
- ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
- Μένης Κουμανταρέας, Δύο φορές Έλληνας, αρχική δημοσίευση: (2001), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2025, ISBN 9786180713244, @google.gr/books
- ※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- (στο αυτοκίνητο) το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- (αθλητισμός) κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη → δείτε την έκφραση κατηγορία φτερού
- (αθλητισμός) το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- Ένα φτερό πουλιού.
- Ένα φτερό πουλιού.
- Διάφορα φτερά ξεσκονίσματος.
- Ένα φτερό αεροπλάνου.
- Φτερό ξεσκονίσματος.
- φτερό του μπάντμιντον.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κατηγορία φτερού
- φτερό στον άνεμο
- ανοίγω τα φτερά μου, απλώνω τα φτερά μου'
- βάζω φτερά στα πόδια μου
- βγάζω φτερά
- κάνω φτερά
- κόβω τα φτερά σε κάποιον
- (κάνω κάτι) φύλλο και φτερό
Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα φτερ-
θέμα πτερ-
- → δείτε τη λέξη πτερό
Δεν σχετίζεται με τη φτέρνα ή το φταρνίζομαι.
άλλα θέματα → δείτε πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peth₂-
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] το μέλος ζώου
στέλεχος των φτερών πουλιού
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορνιθολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)