φτέρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φτέρη οι φτέρες
      γενική της φτέρης των φτερών
    αιτιατική τη φτέρη τις φτέρες
     κλητική φτέρη φτέρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτέρη αρχαία ελληνική πτέρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτέρη θηλυκό

H Μαρκέλλα έχει στον κήπο της εντυπωσιακές φτέρες.

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

  • φτερών: η γενική πληθυντικού ίδια με του φτερού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]