φτέρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτέρη φτέρες
γενική φτέρης φτερών
αιτιατική φτέρη φτέρες
κλητική φτέρη φτέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτέρη αρχαία ελληνική πτέρις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτέρη θηλυκό

H Μαρκέλλα έχει στον κήπο της εντυπωσιακές φτέρες.

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

  • φτερών: η γενική πληθυντικού ίδια με του φτερού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]