διακοσμητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διακοσμητικός διακοσμητική διακοσμητικό
γενική διακοσμητικού διακοσμητικής διακοσμητικού
αιτιατική διακοσμητικό διακοσμητική διακοσμητικό
κλητική διακοσμητικέ διακοσμητική διακοσμητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διακοσμητικοί διακοσμητικές διακοσμητικά
γενική διακοσμητικών διακοσμητικών διακοσμητικών
αιτιατική διακοσμητικούς διακοσμητικές διακοσμητικά
κλητική διακοσμητικοί διακοσμητικές διακοσμητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακοσμητικός < διακοσμώ + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική décoratif / ornemental)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διακοσμητικός, -ή, -ό

  1. που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
  2. (μεταφορικά) που δεν παίζει σημαντικό ρόλο, που έχει δευτερεύουσα σημασία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]