δευτερεύων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δευτερεύων δευτερεύουσα δευτερεύον
γενική δευτερεύοντος δευτερεύουσας
(δευτερευούσης)
δευτερεύοντος
αιτιατική δευτερεύοντα δευτερεύουσα δευτερεύον
κλητική δευτερεύων δευτερεύουσα δευτερεύον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δευτερεύοντες δευτερεύουσες δευτερεύοντα
γενική δευτερευόντων δευτερευουσών δευτερευόντων
αιτιατική δευτερεύοντες δευτερεύουσες δευτερεύοντα
κλητική δευτερεύοντες δευτερεύουσες δευτερεύοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δευτερεύων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δευτερεύω (αρχαία ελληνική ) < δεύτερος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.ftɛ.ˈɾɛ.vɔn/ (αρσενικό και ουδέτερο)
ΔΦΑ : /ðɛ.ftɛ.ˈɾɛ.vu.sa/ (θηλυκό)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δευτερεύων (αρσενικό), δευτερεύουσα (θηλυκό), δευτερεύον (ουδέτερο)

  1. που βρίσκεται σε δεύτερη θέση, ο λιγότερος σημαντικός, ο μη καθοριστικός, ο επουσιώδης
    δευτερεύων ρόλος / λόγος
    δευτερεύουσα αιτία / σημασία
    δευτερεύον γεγονός / αποτέλεσμα
  2. που συμπληρώνει κάποιον, ο πρόσθετος, που διαδραματίζει βοηθητικό ρόλο, ο επικουρικός
    δευτερεύον νόημα / στοιχείο
  3. (γλωσσολογία) δευτερεύουσα πρόταση : η πρόταση που προσδιορίζει επιρρηματικά (εκφράζοντας χρόνο, αιτία, σκοπό κ.λπ) ή συμπληρώνει νοηματικά το περιεχόμενο ή ένα όρο μιας άλλης πρότασης, από όπου και εξαρτάται
  4. που αναπληρώνει το διαβαστή

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]