πουλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πούλι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουλί πουλιά
γενική πουλιού πουλιών
αιτιατική πουλί πουλιά
κλητική πουλί πουλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πουλί < μεσαιωνική ελληνική πουλλίν < μεταγενέστερη ελληνική πουλλίον, υποκοριστικό από το ποῦλλος < λατινική pullus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pu.ˈli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πουλί ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]