oiseau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

oiseau < λατινική aucellus < avicellus < avis

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /wa.zo/
oiseau 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
oiseau oiseaux

oiseau (fr) αρσενικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • à vol d'oiseau - λέγεται για απευθείας αποστάσεις, δηλαδή σαν να πήγαινε κάποιος πετώντας