άτομο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άτομο άτομα
γενική ατόμου ατόμων
αιτιατική άτομο άτομα
κλητική άτομο άτομα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτομο < αρχαία ελληνική ἄτομον, ουδέτερο του επιθέτου ἄτομος < ἀ- στερητικό + τέμνω (αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.tɔ.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άτομο ουδέτερο

  1. ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένα πρόσωπο
    οι συνέπειες ενός φαινομένου για το άτομο και την κοινωνία
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σύνολο, συλλογικότητα, κοινωνία
    • (ειρωνικά)
      Ρε το άτομο, τι μας είπε πάλι!
  2. (χημεία) η ελάχιστη μονάδα ενός χημικού στοιχείου
    το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]