Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοινωνία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοινωνία οι κοινωνίες
      γενική της κοινωνίας των κοινωνιών
    αιτιατική την κοινωνία τις κοινωνίες
     κλητική κοινωνία κοινωνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοινωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοινωνία < κοινωνός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική société.[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ci.noˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοινωνία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοινωνία θηλυκό

  1. σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
      Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας την ιστορία του κράτους στην Ελλάδα (19ος - 21ος αιώνας), εκδ. Πατάκης, 2024)
  2. (λόγιο) η συμμετοχή

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κοινωνία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κοινωνία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κοινωνῐᾱ-
ονομαστική κοινωνί αἱ κοινωνίαι
      γενική τῆς κοινωνίᾱς τῶν κοινωνιῶν
      δοτική τῇ κοινωνί ταῖς κοινωνίαις
    αιτιατική τὴν κοινωνίᾱν τὰς κοινωνίᾱς
     κλητική ! κοινωνί κοινωνίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κοινωνί
γεν-δοτ τοῖν  κοινωνίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοινωνία < κοινων(ός) + -ία < κοινωνέω (αναδρομικός σχηματισμός)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοινωνία, -ας θηλυκό

  1. επικοινωνία, συναναστροφή, συνομιλία
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 8, 1160a
    ἔνιαι δὲ τῶν κοινωνιῶν δι᾽ ἡδονὴν δοκοῦσι γίνεσθαι,
    μερικές μορφές συνύπαρξης και συνάφειας ανθρώπων γεννιούνται, κατά την κοινή αντίληψη, για χάρη της ευχαρίστησης και της απόλαυσης·
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
  2. κοινότητα, κοινωνία
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 5, 1130a
    αὶ διὰ τοῦτο εὖ δοκεῖ ἔχειν τὸ τοῦ Βίαντος, ὅτι ἀρχὴ ἄνδρα δείξει· πρὸς ἕτερον γὰρ καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἤδη ὁ ἄρχων.
    Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι άνθρωποι θεωρούν σωστή τη ρήση του Βίαντα, ότι «το αξίωμα θα δείξει τον άνθρωπο»· γιατί ο άρχοντας έχει, βέβαια, να κάνει με τους άλλους και είναι μέλος μιας κοινωνίας.
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
  3. συμμετοχή
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θεμιστοκλῆς, 23.3
    ὁ δὲ τὴν μὲν δέησιν ἀπετρίψατο τοῦ Παυσανίου καὶ τὴν κοινωνίαν ὅλως ἀπείπατο,
    Αυτός όμως δε δέχτηκε την πρόταση του Παυσανία και αρνήθηκε ολότελα τη συμμετοχή του,
    Μετάφραση (1965): Μιχ. Χ Οικονόμου. Αθήνα: ΟΕΔΒ & σε αγκύλες, χωρία που παραλήφθηκαν@greeklanguage.gr
  4. επικοινωνία με, κοινωνία με, σχέση με
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 3, 402e
    σωφροσύνῃ καὶ ἡδονῇ ὑπερβαλλούσῃ ἔστι τις κοινωνία;
    υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ της εγκρατείας και της υπερβολικής ηδονής;
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
  5. σαρκική επαφή, συνουσία, ένωση
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 1276 (1275-1276)
    [Κάδμος] τίς οὖν ἐν οἴκοις παῖς ἐγένετο σῷ πόσει;
    [Ἀγαύη] Πενθεύς, ἐμῇ τε καὶ πατρὸς κοινωνίᾳ.
    [Κάδμος] Ποιο παιδί λοιπόν γεννήθηκε στον γάμο με τον άνδρα σου;
    [Ἀγαύη] Ο Πενθέας, από την ένωσή μου με τον πατέρα του.
    Μετάφραση λέξεων: Βικιλεξικό.
  6. κοινό δώρο, συνεισφορά ή ελεημοσύνη
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Παύλου τοῦ Ἀποστόλου ἡ πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, 15:26
    εὐδόκησαν γὰρ Μακεδονία καὶ Ἀχαΐα κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.