κοινωνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοινωνία κοινωνίες
γενική κοινωνίας κοινωνιών
αιτιατική κοινωνία κοινωνίες
κλητική κοινωνία κοινωνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοινωνία < αρχαία ελληνική κοινωνία < κοινωνέω / κοινωνῶ < κοινός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοινωνία θηλυκό

  1. σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμμένους κανόνες
    στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετές μητριαρχικές κοινωνίες

'

  1. (λόγιο) η συμμετοχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]