κοινό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοινό < αρχαία ελληνική κοινός < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική public

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ci.ˈnɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοινό ουδέτερο, χωρίς πληθυντικό

  1. η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σύνολο ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται με χαλαρούς και άτυπους κοινωνικούς δεσμούς, σαφείς όμως ως προς τα ενδιαφέροντα και τους ευρύτερους προσανατολισμούς
    απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό
  2. σύνολο ανθρώπων που μετέχουν σε μια κοινωνική ή άλλη δραστηριότητα ή παρακολουθούν ως αναγνώστες, ακροατές, θεατές ή επισκέπτες μια καλλιτεχνική, επιστημονική, αθλητική ή άλλη εκδήλωση
    περιοδικό με μεγάλο αναγνωστικό κοινό

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

κοινό