πληθυσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληθυσμός πληθυσμοί
γενική πληθυσμού πληθυσμών
αιτιατική πληθυσμό πληθυσμούς
κλητική πληθυσμέ πληθυσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πληθυσμός < μεσαιωνική ελληνική πληθυσμός < πληθύνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pli.θi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πληθυσμός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) το σύνολο των κατοίκων κάποιου τόπου
    ο πληθυσμός της Ζυρίχης παρέμεινε σταθερός τα τελευταία χρόνια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πληθυσμός < πληθύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πληθυσμός αρσενικό

  1. αύξηση, πολλαπλασιασμός