πληθυσμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πληθυσμός < μεσαιωνική ελληνική πληθυσμός < πληθύνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pli.θiˈzmos/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πληθυσμός αρσενικό
- (γεωγραφία) το σύνολο των κατοίκων κάποιου τόπου
ο πληθυσμός της Ζυρίχης παρέμεινε σταθερός τα τελευταία χρόνια- ※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- ※ Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
- ※ Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πληθυσμός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεωγραφικός όρος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- πληθυσμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πληθυσμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- πληθυσμός - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]πληθυσμός < πληθύνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πληθυσμός αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- πληθυσμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)