public

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

public (en)

  1. δημόσιος
  2. που απευθύνεται η αφορά το κοινό (όχι αναγκαστικά national/εθνικός, αφορά και ιδιωτικές εταιρείες πχ public broadcaster/public broadcasting organization συνήθως ιδιωτική εταιρεία, εκτός κι αν αναφέρεται το επίθετο national/εθνικός)
  3. public opinion: η κοινή γνώμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

public (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

public (fr) αρσενικό

le public était enthousiaste - το κοινό ήταν ενθουσιασμένο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

public (fr) αρσενικό ή θηλυκό

le secteur public - o δημόσιος τομέας

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

public (ro)

  1. κοινό
    relații cu publicul - οι σχέσεις με το κοινό

Εκφράσεις[επεξεργασία]