ακροατήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακροατήριο τα ακροατήρια
      γενική του ακροατηρίου των ακροατηρίων
    αιτιατική το ακροατήριο τα ακροατήρια
     κλητική ακροατήριο ακροατήρια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροατήριο < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾɔ.a.ˈti.ɾi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροατήριο ουδέτερο

  1. το κοινό που παρακολουθεί μια καλλιτεχνική εκδήλωση
  2. το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης
    Δικαστήριο και ακροατήριο γελούν για το μέγεθος του ψεύδους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
  3. η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]