społeczeństwo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική społeczeństwo społeczeństwa
γενική społeczeństwa społeczeństw
δοτική społeczeństwu społeczeństwom
αιτιατική społeczeństwo społeczeństwa
οργανική społeczeństwem społeczeństwami
τοπική społeczeństwu społeczeństwach
κλητική społeczeństwo społeczeństwa

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

społeczeństwo 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

społeczeństwo (pl) ουδέτερο

  1. η κοινωνία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]