κοινωνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοινωνός κοινωνοί
γενική κοινωνού κοινωνών
αιτιατική κοινωνό κοινωνούς
κλητική κοινωνέ κοινωνοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοινωνός < αρχαία ελληνική κοινωνός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοινωνός αρσενικό ή θηλυκό

  1. άτομο που συμμετέχει σε κάποιο γεγονός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα συμμέτοχος
  2. άτομο που μαθαίνει εμπεριστατωμένα τα γεγονότα και αισθάνεται σαν να παραβρισκόταν εκεί όπου συνέβησαν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]