Μετάβαση στο περιεχόμενο

Gesellschaft

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Gesellschaft die Gesellschaften
γενική der Gesellschaft der Gesellschaften
δοτική der Gesellschaft den Gesellschaften
αιτιατική die Gesellschaft die Gesellschaften

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Gesellschaft (de) θηλυκό

  1. η κοινωνία
  2. εταιρεία

Σύνθετα

[επεξεργασία]