Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schwestergesellschaft

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schwestergesellschaft < Schwester- + Gesellschaft

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schwestergesellschaft (de) θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Schwestergesellschaft - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).