αδελφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδελφή οι αδελφές
      γενική της αδελφής των αδελφών
    αιτιατική την αδελφή τις αδελφές
     κλητική αδελφή αδελφές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδελφή < από το αθροιστικό και το αρχαία ελληνική δελφύς= μήτρα
  1. θηλυκό του αδελφός
  2. από το "αδελφή ψυχή"
  3. από το "αδελφή" (μοναχή), επειδή κατά τον Μεσαίωνα, στις περιοχές που επικρατούσε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, το ρόλο της νοσοκόμας είχαν κυρίως οι μοναχές

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ðɛl.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδελφή και αδερφή θηλυκό

  1. αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον
  2. η μοναχή
  3. η νοσοκόμα, η νοσηλεύτρια
  4. άντρας ομοφυλόφιλος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αδελφή

αδελφή ψυχή (αυτός ή αυτή με τον οποίον κάποιος έχει μεγάλη ταύτιση απόψεων)
οι επιχειρήσεις με κοινή μητρική εταιρία λέγονται αδελφές επιχειρήσεις

Σύνθετα[επεξεργασία]