αδελφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αδελφή αδελφές
γενική αδελφής αδελφών
αιτιατική αδελφή αδελφές
κλητική αδελφή αδελφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδελφή <
  1. θηλυκό του αδελφός
  2. από το "αδελφή ψυχή"
  3. από το "αδελφή" (μοναχή), επειδή κατά τον Μεσαίωνα, στις περιοχές που επικρατούσε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, το ρόλο της νοσοκόμας είχαν κυρίως οι μοναχές

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ðɛl.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αδελφή και αδερφή θηλυκό

  1. αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον
  2. η μοναχή
  3. η νοσοκόμα, η νοσηλεύτρια
  4. άντρας ομοφυλόφιλος

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

αδελφή

αδελφή ψυχή (αυτός ή αυτή με τον οποίον κάποιος έχει μεγάλη ταύτιση απόψεων)
οι επιχειρήσεις με κοινή μητρική εταιρία λέγονται αδελφές επιχειρήσεις

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]