soror
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- soror < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swésōr. Συγγενή: αρχαία ελληνική ἔορ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsɔ.ɾɔɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : so‐ror
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]soror (la) θηλυκό
- (οικογένεια) η αδελφή
- (χριστιανισμός) μοναχή
Απόγονοι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- soror - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- soror - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.