Μετάβαση στο περιεχόμενο

soror

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
soror < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swésōr. Συγγενή: αρχαία ελληνική ἔορ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsɔ.ɾɔɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: soror

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

soror (la) θηλυκό

  1. (οικογένεια) η αδελφή
  2. (χριστιανισμός) μοναχή

Απόγονοι

[επεξεργασία]