αδέρφι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αδέρφι | τα | αδέρφια |
| γενική | του | αδερφιού | των | αδερφιών |
| αιτιατική | το | αδέρφι | τα | αδέρφια |
| κλητική | αδέρφι | αδέρφια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αδέρφι < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈðeɾ.fi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐δέρ‐φι
- τονικό παρώνυμο: αδερφή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αδέρφι ουδέτερο
- άλλη μορφή του αδέλφι
- ※ Ο Περικλάκιας, λαμβάνοντας αυτοδίκαια την αρχηγία, διέταξε τα «παλληκάρια» να κατεβάσουν τη «χαμομήλω», διότι ο κύριος ήταν ο Ρωμαίος Αγγουλές, ο «άρχων» του Κεραμεικού και των περιχώρων, ο οποίος 'ξηγήθηκε μπεσαλίδικα στο αδέρφι τον Τρομάρα και γλίτωσε εκείνος της φυλακής τα σίδερα. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αδέρφι
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)