μητρικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μητρικός < αρχαία ελληνική μητρικός < μήτηρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μητρικός, -ή, -ό

  1. που προέρχεται από τη μητέρα
    μητρικό γάλα
    μητρική στοργή
    μητρικό ένστικτο/φίλτρο
  2. ο σχετικός με το όργανο της μήτρας
    το μητρικό περίβλημα
    μητρικά προβλήματα (γυναικολογικά)
    εμβρυο-μητρική ιατρική
    μητρική κοιλότητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μητρική γλώσσα: η πρώτη και βασική γλώσσα που μαθαίνει ενα παιδί, συνήθως (αλλά όχι πάντα) από την οικογένειά του -τα ελληνικά π.χ. είναι μητρικη γλώσσα και για ένα παιδί που μεγαλώνει σε ελληνικό ορφανοτροφείο
  • μητρικό φίλτρο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]