κοιλότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλότητα οι κοιλότητες
      γενική της κοιλότητας των κοιλοτήτων
    αιτιατική την κοιλότητα τις κοιλότητες
     κλητική κοιλότητα κοιλότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιλότητα < αρχαία ελληνική κοιλότης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοιλότητα θηλυκό

  1. η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος
  2. (ανατομία) κοίλη περιοχή του σώματος, ιδίως αυτή που περιέχει εσωτερικά όργανα
  3. (μαθηματικά) η ιδιότητα μιας κοίλης συνάρτησης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]