Μετάβαση στο περιεχόμενο

native

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός native
συγκριτικός more native
υπερθετικός most native

native (en)

  1. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) γενέθλιος, μητρικός, φυσικός, σχετικά με τον τόπο που γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου
    παράδειγμα  native land/city - γενέθλια γη/πόλη
    παράδειγμα  our native language - η μητρική μας γλώσσα
    παράδειγμα  a native speaker of a language - φυσικός ομιλητής μιας γλώσσας
  2. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ιθαγενής, γηγενής, αυτόχθων, σχετικά με τους ανθρώπους που αρχικά ζούσαν σε μια χώρα πριν έρθουν άλλοι άνθρωποι
    παράδειγμα  the native inhabitants of Papa Nee Guinea - οι ιθαγενείς κάτοικοι της Παπουασίας
    παράδειγμα  a native community - γηγενής κοινότητα
    παράδειγμα  a native Athenian - αυτόχθων Αθηναίος
  3. καταγόμενος, για ζώα και φυτά που υπάρχουν φυσικά σε έναν τόπο
    παράδειγμα  plants/animals native to Brazil - φυτά/ζώα καταγόμενα από τη Βραζιλία
    παράδειγμα  Native Australian trees recently came to Europe.
    Τα καταγόμενα από την Αυστραλία δέντρα ήρθαν πρόσφατα στην Ευρώπη.
  4. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) έμφυτος, που έχω από τη φύση μου
    παράδειγμα  a native ability - έμφυτη ικανότητα
  5. ατόφιος, για ένα μέταλλο ή άλλο ορυκτό που βρίσκεται σε καθαρή κατάσταση
    παράδειγμα  native gold - ατόφιο χρυσάφι
  6. (πληροφορική) το εγγενές λογισμικό
    παράδειγμα  You might not find a native Windows 10 driver.
    Ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
native natives

native (en)

  • ο καταγόμενος, ο γηγενής, ένα πρόσωπο που γεννήθηκε σε μια συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή
    παράδειγμα  As a native of a mountain village, she had never seen the sea.
    Ως καταγόμενη από ορεινό χωριό, δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα.
    παράδειγμα  I’m a native Spartan.
    Κατάγομαι από τη Σπάρτη.