έμφυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έμφυτος έμφυτη έμφυτο
γενική έμφυτου έμφυτης έμφυτου
αιτιατική έμφυτο έμφυτη έμφυτο
κλητική έμφυτε έμφυτη έμφυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έμφυτοι έμφυτες έμφυτα
γενική έμφυτων έμφυτων έμφυτων
αιτιατική έμφυτους έμφυτες έμφυτα
κλητική έμφυτοι έμφυτες έμφυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμφυτος < αρχαία ελληνική ἔμφυτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fi.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fi.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fi.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έμφυτος, -η, -ο

  • που υπάρχει στη φύση κάποιου από τη γέννησή του και δεν έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ή μετά από αγωγή και μάθηση
    έχει έμφυτη ενεργητικότητα και τόλμη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

εκ γενετής