σύμφυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σύμφυτος σύμφυτη σύμφυτο
γενική σύμφυτου σύμφυτης σύμφυτου
αιτιατική σύμφυτο σύμφυτη σύμφυτο
κλητική σύμφυτε σύμφυτη σύμφυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σύμφυτοι σύμφυτες σύμφυτα
γενική σύμφυτων σύμφυτων σύμφυτων
αιτιατική σύμφυτους σύμφυτες σύμφυτα
κλητική σύμφυτοι σύμφυτες σύμφυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμφυτος < αρχαία ελληνική σύμφυτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsim.fi.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈsim.fi.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈsim.fi.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σύμφυτος, -η, -ο

  1. που ανήκει στη φύση κάποιου, που αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό του
  2. που προκαλείται ή υπάρχει με φυσικό τρόπο
  3. (μεταφορικά) που συνιστά εύλογο αποτέλεσμα κάποιου άλλου
  4. (για ασθένεια) συγγενής


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]