εγγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγγενής εγγενής εγγενές
γενική εγγενούς εγγενούς εγγενούς
αιτιατική εγγενή εγγενή εγγενές
κλητική εγγενή(ής) εγγενής εγγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγγενείς εγγενείς εγγενή
γενική εγγενών εγγενών εγγενών
αιτιατική εγγενείς εγγενείς εγγενή
κλητική εγγενείς εγγενείς εγγενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος

Επίθετο[επεξεργασία]

εγγενής

  1. χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
    το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
  2. που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων
    εγγενής πολλαπλασιασμός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]