γενέθλιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενέθλιος < αρχαία ελληνική γενέθλιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γενέθλιος

  • ο σχετικός με την ημερομηνία γέννησης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενέθλιος < γενέθλη ή γένεθλον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γενέθλιος

  1. ο σχετικός με τη γέννηση, με τη μάνα
    ἐξ οὗπερ αἷμα γενέθλιον κατήνυσεν ( το αίμα της μητέρας του)
    οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς, τέκνον; (δεν φοβάσαι καθόλου την κατάρα της μάνας σου;)
  2. ο σχετικός με τα γενέθλια
    γενέθλιος δόσις (: το δώρο των γενεθλίων), γενέθλιος ἡμέρα
  3. ο οικογενειακός ή ο σχετικός με το γένος, την πατρίδα, εκείνος που παρέχει τη γέννηση
    γενεθλίους θεοὺς εἰς παίδων αὑτοῦ σπορὰν ἴσχοι κατὰ λόγον.
    καὶ θεοὺς γενεθλίους καλεῖ πατρῴας γῆς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]