γεννάω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γεννάω

  • ασυναίρετος τύπος του γεννώ

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεννάω < ενεργητική μορφή του γίγνομαι ίσως με αρχικό τύπο γεγενάω ή γέννα και -ω (οι περισσότεροι πάντως θεωρούν ότι η γέννα είναι παράγωγο του γεννάω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γεννάω-γεννῶ

  1. γεννάω
    οἱ γεννήσαντές σε (αυτοί που σε γέννησαν, οι γονείς σου)
    γεννήσας πατήρ
  2. παράγω, προκαλώ, δημιουργώ
    λήθη τῶν ἰδίων κακῶν θρασύτητα γεννᾷ


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: γένεσις και γίγνομαι