γεννάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

γεννάω

  • ασυναίρετος τύπος του γεννώ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεννάω < ενεργητική μορφή του γίγνομαι ίσως με αρχικό τύπο γεγενάω ή γέννα και -ω (οι περισσότεροι πάντως θεωρούν ότι η γέννα είναι παράγωγο του γεννάω)

Ρήμα[επεξεργασία]

γεννάω-γεννῶ

  1. γεννάω
    οἱ γεννήσαντές σε (αυτοί που σε γέννησαν, οι γονείς σου)
    γεννήσας πατήρ
  2. παράγω, προκαλώ, δημιουργώ
    λήθη τῶν ἰδίων κακῶν θρασύτητα γεννᾷ

γένεσις και γίγνομαι