προδιάθεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προδιάθεση προδιαθέσεις
γενική προδιάθεσης
& προδιαθέσεως
προδιαθέσεων
αιτιατική προδιάθεση προδιαθέσεις
κλητική προδιάθεση προδιαθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προδιάθεση < ελληνιστική κοινή προδιάθεσις < προδιατίθημι < πρό + αρχαία ελληνική διατίθημι < διά + τίθημι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈðʝa.θε.si/ και /pɾɔ.ði.ˈa.θε.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προδιάθεση θηλυκό

  1. η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη)
  2. η ψυχική διάθεση κάποιου προς πρόσωπα, ιδεολογίες ή καταστάσεις, σωστή ή λανθασμένη, που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων
  3. (ιατρική) η τάση κάποιου να προσβάλλεται από ορισμένες ασθένειες, η ευπάθεια που έχει προς αυτές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]