γέννα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γέννα | οι | γέννες |
| γενική | της | γέννας | — | |
| αιτιατική | τη | γέννα | τις | γέννες |
| κλητική | γέννα | γέννες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γέννα < αρχαία ελληνική γέννα
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γέννα θηλυκό
- η ενέργεια του γεννώ, ο τοκετός
- η γυναίκα είχε δύσκολη γέννα που κράτησε πολλές ώρες
- το αποτέλεσμα του γεννώ, το παιδί, το τέκνο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γέννα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γέννα, ας θηλυκό
- η γέννα
- η οικογένεια
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | γέννᾰ | αἱ | γένναι |
| γενική | τῆς | γέννης | τῶν | γεννῶν |
| δοτική | τῇ | γέννῃ | ταῖς | γένναις |
| αιτιατική | τὴν | γέννᾰν | τὰς | γέννᾱς |
| κλητική ὦ! | γέννᾰ | γένναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γέννᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γένναιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γέννα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵenh₁-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γέννα, -ης/ας θηλυκό [ᾰ ή ᾱ]
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γέννα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γέννα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)