γέννα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γέννα γέννες
γενική γέννας
αιτιατική γέννα γέννες
κλητική γέννα γέννες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γέννα < αρχαία ελληνική γέννα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γέννα θηλυκό

  1. η ενέργεια του γεννώ, ο τοκετός
    η γυναίκα είχε δύσκολη γέννα που κράτησε πολλές ώρες
  2. το αποτέλεσμα του γεννώ, το παιδί, το τέκνο

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γέννα θηλυκό

  1. η καταγωγή
  2. ο απόγονος, ο γιος
  3. η γενιά
  4. το γένος, η οικογένεια