Μετάβαση στο περιεχόμενο

γέννα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γέννα οι γέννες
      γενική της γέννας
    αιτιατική τη γέννα τις γέννες
     κλητική γέννα γέννες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέννα < αρχαία ελληνική γέννα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈʝe.na/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέννα θηλυκό

  1. η ενέργεια του γεννώ, ο τοκετός
    η γυναίκα είχε δύσκολη γέννα που κράτησε πολλές ώρες
  2. το αποτέλεσμα του γεννώ, το παιδί, το τέκνο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Δείτε επίσης: Γέννα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέννα < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέννα, ας θηλυκό

  1. η γέννα
  2. η οικογένεια

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γένν αἱ γένναι
      γενική τῆς γέννης τῶν γεννῶν
      δοτική τῇ γένν ταῖς γένναις
    αιτιατική τὴν γέννᾰν τὰς γέννᾱς
     κλητική ! γένν γένναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γένν
γεν-δοτ τοῖν  γένναιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέννα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵenh₁-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέννα, -ης/ας θηλυκό [ᾰ ή ᾱ]

  1. η καταγωγή
  2. ο απόγονος, ο γιος
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 853
    πέμπτη δ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ γέννα πεντηκοντάπαις // πάλιν πρὸς Ἄργος οὐχ ἑκοῦσ᾽
  3. η γενιά
  4. το γένος, η οικογένεια

Συγγενικά

[επεξεργασία]