Μετάβαση στο περιεχόμενο

accouchement

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

accouchement (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kuʃ.mɑ̃/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accouchement accouchements

accouchement (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]