Μετάβαση στο περιεχόμενο

give birth

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας give birth
γ΄ ενικό ενεστώτα gives birth
αόριστος gave birth
παθητική μετοχή given birth
ενεργητική μετοχή giving birth

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
give birth <  δείτε τις λέξεις give και birth

Έκφραση

[επεξεργασία]

give birth (en)

  1. γεννώ (παιδί)
    παράδειγμα  she gave birth to twins - γέννησε δίδυμα
  2. (μεταφορικά) επινοώ κάτι το καινούριο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]