γεννιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεννιέμαι < παθητική φωνή του γεννώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γεννιέμαι, παρατ.: γεννιόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα γεννηθώ, αόρ.: γεννήθηκα , μτχ.π.π.: γεννημένος

  1. έρχομαι στη ζωή με τη διαδικασία του τοκετού
    πόσα παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα;
    γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα
  2. (μεταφορικά) αρχίζω να υπάρχω, εμφανίζομαι
    μια καινούρια ελπίδα γεννήθηκε μέσα μου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]