-ία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: -ιά, -ια και Κατηγορίες για λέξεις με επίθημα -ία στα νέα ελληνικά - στα μεσαιωνικά ελληνικά - στα αρχαία ελληνικά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η α οι ες
      γενική της ας των ών
    αιτιατική τη(ν) α τις ες
     κλητική α ες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ία < αρχαία ελληνική -ία
για σύγχρονους επιστημονικούς όρους < καταλήξεις αγγλικές (-ia, -y), γαλλικές (-ie) < λατινική -ia < αρχαία ελληνική -ία[1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-ία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ία

Επίθημα[επεξεργασία]

-ία θηλυκό

  1. επίθημα για τη δημιουργία αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζουν ό,τι η πρωτότυπη λέξη
    ἀβροχία, δροσοφορία
  2. κατάληξη λόγιων θηλυκών επιθέτων από αρσενικά σε -ιος
    ἄξιος (αρσενικό), ἀξία (θηλυκό)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἱ αι
      γενική τῆς ᾱς τῶν ῶν
      δοτική τῇ ταῖς αις
    αιτιατική τὴν ᾱν τὰς ᾱς
     κλητική ! αι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν  αιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα «χώρα» όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-h

Επίθημα[επεξεργασία]

-ία [ῐᾱ] θηλυκό

  1. επίθημα για τη δημιουργία μετονοματικών θηλυκών ουσιαστικών
    ἄγγελ(ος) ἀγγελία
  2. κατάληξη θηλυκών επιθέτων από αρσενικά σε -ιος
    χθόνιος (αρσενικό), χθονία (θηλυκό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.