τέμνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμνω < αρχαία ελληνική τέμνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tem- (τέμνω, κόβω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τέμνω (παθητική φωνή: τέμνομαι)

  1. κόβω, σχίζω, χωρίζω
  2. (γεωμετρία) ακουμπώ, ενώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Gthumb.svg
Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «τέμνω».
Αναθεώρηση : Οι σημασίες, πέρα από το κόβω, είναι συνεκδοχικές και καταγράφονται πάντα, όπως και στο σύγχρονο κόβω, σε σχέση με κάτι συγκεκριμένο. Π.χ. οἱ στενοὶ (τελαμῶνες) τέμνουσι.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tem-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τέμνω

  1. κόβω, λαξεύω
  2. ακρωτηριάζω, πληγώνω, τραυματίζω
  3. σφάζω, θυσιάζω
  4. θερίζω, δρέπω
  5. προχωρώ

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]