τόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τόμος οι τόμοι
      γενική του τόμου των τόμων
    αιτιατική τον τόμο τους τόμους
     κλητική τόμε τόμοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τόμος < αρχαία ελληνική τόμος < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τόμος αρσενικό

  1. το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
    ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ"

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]