volume

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
volume volumes
Συνήθως στον ενικό.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

volume (en)

  1. η ποσότητα
    in volume: σε (μεγάλη) ποσότητα
  2. η ένταση,
    • η ένταση ήχου
      at high volume, at low volume - σε μεγάλη ένταση (ήχου), σε μικρή ένταση (ήχου)
  3. ο τόμος
  4. (πληροφορική) τόμος (σε μέσο αποθήκευσης)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

volume < λατινική volumen

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔ.lym/
volume 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
volume volumes

volume (fr) αρσενικό

  1. η ποσότητα
  2. ο όγκος
  3. ο τόμος του βιβλίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

volume < λατινική volumen

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔ.ˈlu.me/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

volume (it)

  1. ο όγκος
  2. ο τόμος, το βιβλίο