τομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τομή τομές
γενική τομής τομών
αιτιατική τομή τομές
κλητική τομή τομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τομή < αρχαία ελληνική τομή < τέμνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tem- (τέμνω, κόβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τομή θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω
  2. (μεταφορικά) εκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα
  3. (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που δύο ή περισσότερα σύνολα έχουν κοινά μεταξύ τους
    η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } και { 2, 4 } είναι { 2 }
  4. (μαθηματικά) το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων
    η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
  5. (λογοτεχνία) η σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]