ακουμπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουμπώ < λατινική accumbo (= κατακλίνομαι)]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακουμπώ

  1. (μεταβατικό) αγγίζω κάτι ή κάποιον με το σώμα μου
    λέει ότι τον έσπρωξα, αλλά εγώ ίσα που τον ακούμπησα
  2. (μεταβατικό) τοποθετώ κάτι σε μια σταθερή θέση
  3. (αμετάβατο) στηρίζομαι σε μια σταθερή επιφάνεια, γέρνω
    ζαλίστηκε και ακούμπησε στον τοίχο μέχρι να συνέλθει
    • (μεταφορικά) στηρίζομαι σε κάποιον, βρίσκω ηθική και υλική υποστήριξη
      θέλω να βρω έναν άνθρωπο να ακουμπήσω

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]