ακουμπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακουμπώ < μεσαιωνική ελληνική ἀκουμπῶ < ἀκουμβίζω / ἀκουμπίζω < ελληνιστική κοινή ἀκουμβίζω < λατινική accumbo [1] (= κατακλίνομαι) < accubo < ad + cubo < πρωτοϊταλική *kubāō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewb-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kumˈbo/

Ρήμα[επεξεργασία]

ακουμπώ

  1. (μεταβατικό) αγγίζω κάτι ή κάποιον με το σώμα μου
    λέει ότι τον έσπρωξα, αλλά εγώ ίσα που τον ακούμπησα
  2. (μεταβατικό) τοποθετώ κάτι σε μια σταθερή θέση
  3. (αμετάβατο) στηρίζομαι σε μια σταθερή επιφάνεια, γέρνω
    ζαλίστηκε και ακούμπησε στον τοίχο μέχρι να συνέλθει

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]