atom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Atom

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atom (en)

  1. (φυσική), (χημεία) το άτομο
  2. (λογική) η ατομική πρόταση
    Συνώνυμο: atomic formula, prime formula
    Αντώνυμα: compound formula, compound proposition
    Δείτε επίσης: atomic formula στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • atom στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Αλβανικά (sq)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atom (sq)

  1. (φυσική), (χημεία) το άτομο



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atom (pl) αρσενικό

  1. (φυσική), (χημεία) το άτομο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atom (ro)

  1. (φυσική), (χημεία) το άτομο



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atom (cs) αρσενικό

  1. (φυσική), (χημεία) το άτομο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]