atomic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /əˈtɑː.mɪk/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

atomic (en)

  1. (φυσική) ατομικός (σχετικός με το άτομο και την πυρηνική ενέργεια)
    atomic hydrogen
    atomic bomb
  2. (πληροφορική) ατομικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • atomic στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια