atomic

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

atomic (en)

  1. (φυσική) ατομικός (σχετικός με το άτομο και την πυρηνική ενέργεια)
    atomic hydrogen
    atomic bomb