pena

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pena penas

pena (es) θηλυκό

  1. ο πόνος (σωματικός ή ψυχικός), ο κόπος
    no vale la pena - δεν αξίζει τον κόπο
  2. η ποινή