κόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπος κόποι
γενική κόπου κόπων
αιτιατική κόπο κόπους
κλητική κόπε κόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κόπος < κόπτω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κόπος αρσενικό

  1. Ο μόχθος, η κούραση.
    Ελπίζω το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής να δικαιώσει τον κόπο μου.
  2. Η αμοιβή από εργασία.
    Δικαιωμά σου είναι να ξοδεύεις τον κόπο σου όπως θέλεις.

Εκφράσεις[]

  • αξίζει τον κόπο: τη λέμε για κάτι που είναι καλό να γίνει παρά τα μειονεκτήματα που πιθανώς ενέχει η πραγματοποίηση του.
  • κάνω τον κόπο, κάνω έναν κόπο, μπαίνω στον κόπο: εκτελώ μια εργασία, συνήθως όχι ευχάριστη.
Κάνε τον κόπο να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό.
  • τα αγαθά κόποις κτώνται: αρχαιοελληνική ρήση που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με κόπο.
  • τα αγαθά copies κτώνται: νεοελληνική παράφραση της παραπάνω ρήσης που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με το να αντιγράφεις τους άλλους (δηλαδή με το να χρησιμοποιείς τον κόπο των άλλων).
  • τζάμπα κόπος: τη λέμε για κάτι που έγινε ή γίνεται άδικά ή είναι μάταιο να γίνει.
Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση. Τζάμπα κόπος!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]