κόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόπος οι κόποι
      γενική του κόπου των κόπων
    αιτιατική τον κόπο τους κόπους
     κλητική κόπε κόποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κόπος (αρχική σημασία «χτύπημα»)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈko.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κό‐πος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπος αρσενικό

  1. ο μόχθος, η κούραση
    Ελπίζω το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής να δικαιώσει τον κόπο μου.
  2. (συνεκδοχικά) αμοιβή από εργασία
    Δικαιωμά σου είναι να ξοδεύεις τον κόπο σου όπως θέλεις.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αξίζει τον κόπο: τη λέμε για κάτι που είναι καλό να γίνει παρά τα μειονεκτήματα που πιθανώς ενέχει η πραγματοποίηση του.
  • κάνω τον κόπο, κάνω έναν κόπο, μπαίνω στον κόπο: εκτελώ μια εργασία, συνήθως όχι ευχάριστη.
    κάνε τον κόπο! να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό.
  • τα αγαθά κόποις κτώνται
  • τζάμπα (ο) κόπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]