απόκομμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: απόκοσμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόκομμα τα αποκόμματα
      γενική του αποκόμματος των αποκομμάτων
    αιτιατική το απόκομμα τα αποκόμματα
     κλητική απόκομμα αποκόμματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόκομμα (1,2) < ελληνιστική κοινή ἀπόκομμα ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική coupon)
απόκομμα (3) < αποκόβω + -μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόκομμα ουδέτερο

  1. κάτι που κόπηκε από κάπου
  2. (ειδικότερα) κομμάτι σελίδας που αφαιρέθηκε από έντυπο (περιοδικό, εφημερίδα, βιβλίο) και κρατήθηκε σε κάποιο μέρος για περαιτέρω χρήση
  3. (λαϊκότροπο) απογαλακτισμός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]