cutting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kʌtɪŋ/

Audio (US) 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

cutting (en)

  1. το κόψιμο (η ενέργεια)
  2. κάτι που κόπηκε από ένα σύνολο, απόκομμα, απόσπασμα
  3. τμήμα ενός φυτού που κόβεται για τον πολλαπλασιασμό του με καταβολάδες
  4. το μοντάζ μιας ταινίας
  5. ένα στενό πέρασμα που διανοίχτηκε για να περάσει ένας δρόμος

Open book 01.svg Επίθετο[]

cutting (en)

  1. που κόβει, κοπτικός, κοφτερός
  2. (για σχόλια, κριτική) δηκτικός

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

cutting (en)

  • γερούνδιο του ρήματος cut