απόσπασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόσπασμα τα αποσπάσματα
      γενική του αποσπάσματος των αποσπασμάτων
    αιτιατική το απόσπασμα τα αποσπάσματα
     κλητική απόσπασμα αποσπάσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόσπασμα < αρχαία ελληνική ἀπόσπασμα (κομμάτι που έχει αποκοπεί)
  1. (σημασιολογικό δάνειο) από τη λατινική fragmentum
  2. (σημασιολογικό δάνειο) από τη γαλλική détachement

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόσπασμα ουδέτερο

  1. ενιαίο τμήμα ενός συνόλου
    στη συγκέντρωση θα απαγγελθούν αποσπάσματα από τα ποιήματα του ποιητή
    βρέθηκαν μόνο αποσπάσματα από τη διαθήκη
  2. τμήμα μιας μονάδας στρατιωτικής ή αστυνομικής που χρησιμοποιείται για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία
    ο διοικητής έστειλε ένα απόσπασμα να φυλάει το χώρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]