σπασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ασπασμένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σπασμένος σπασμένη σπασμένο
γενική σπασμένου σπασμένης σπασμένου
αιτιατική σπασμένο σπασμένη σπασμένο
κλητική σπασμένε σπασμένη σπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σπασμένοι σπασμένες σπασμένα
γενική σπασμένων σπασμένων σπασμένων
αιτιατική σπασμένους σπασμένες σπασμένα
κλητική σπασμένοι σπασμένες σπασμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπάω / σπάζω

Μετοχή[επεξεργασία]

σπασμένος -η -ο

  1. που έχει σπάσει
    σπασμένο τζάμι
  2. (πληροφορική) (για πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή) που έχει παραβιαστεί το κλείδωμα το οποίο αποτρέπει τη χρήση ενός προγράμματος από πρόσωπα που δεν το έχουν αποκτήσει νόμιμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]