σπασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ασπασμένος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σπασμένος σπασμένη σπασμένο
γενική σπασμένου σπασμένης σπασμένου
αιτιατική σπασμένο σπασμένη σπασμένο
κλητική σπασμένε σπασμένη σπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σπασμένοι σπασμένες σπασμένα
γενική σπασμένων σπασμένων σπασμένων
αιτιατική σπασμένους σπασμένες σπασμένα
κλητική σπασμένοι σπασμένες σπασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπάω / σπάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σπασμένος -η -ο

  1. που έχει σπάσει
    σπασμένο τζάμι
  2. (υπολογιστές) (για πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή) που έχει παραβιαστεί το κλείδωμα το οποίο αποτρέπει τη χρήση ενός προγράμματος από πρόσωπα που δεν το έχουν αποκτήσει νόμιμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]